Ιωάννης (Γιάννης) Φαϊτάκης

faitakis1
faitakis2
faitakis3
faitakis4
faitakis5
faitakis6

Ο όρος «ταπισερί» προέρχεται από τη γαλλική λέξη «tapisserie» και μπορεί να αποδοθεί στα ελληνικά ως «τοιχοτάπητας», «υφαντός ιστορημένος τάπητας»[1], «υφαντό εμπέτασμα» ή «υφαντός πίνακας»[2]. Κατά τον Γιάννη Φαϊτάκη η ταπισερί δεν είναι παρά ένα «ύφασμα τέχνης»[3], μια ζωγραφική με κλωστές και ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που το έργο του στήριξαν διαπρεπείς ζωγράφοι της εποχής προσφέροντας αφιλοκερδώς τα σχέδια τους. Ο Γιάννης Φαϊτάκης γεννήθηκε το 1926 και πέθανε το 2012 στη Νεάπολη του Αγίου Νικολάου της Κρήτης. Ξεκίνησε σπουδές στη Νομική Σχολή Αθηνών, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε και έπειτα έως το 1956 παρακολουθούσε μαθήματα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών δίπλα στον Γιάννη Μόραλη και στον Γιάννη Τσαρούχη. Το 1960, με έξοδα της Βασιλικής Πρόνοιας και ύστερα από παρότρυνση του Γιάννη Τσαρούχη και της Ρένας Ανδρεάδη[4], ο Γιάννης Φαϊτάκης μετέβη στη Γαλλία για ειδικές σπουδές στο Manufacture Nationale de Gobelins και στην Ecoles de Tapisseries d’ Aubusson.

 

Το  1961, με την επιστροφή του από τη Γαλλία, ιδρύθηκε το πρώτο και το μοναδικό ελληνικό εργαστήριο ταπισερί υπό την αιγίδα της Βασιλικής Πρόνοιας, στην οδό Παπαδιαμαντοπούλου 16 στα Ιλίσια. Εκεί φρόντισε να μάθει «στα κορίτσια του», που αποτελούσαν «χρυσάφι για την Ελλάδα», είχαν «θεϊκά χέρια» και «ήταν από τις καλύτερες τεχνίτριες στον κόσμο», όπως έλεγε χαρακτηριστικά, όλα τα μυστικά της τεχνικής. Η μαθήτρια του Αριστέα Σκορδά-Ζανιά, αναφέρει πως ο Φαϊτάκης ήταν ιδιαίτερα φιλικός με τις μαθήτριες του, λειτουργούσε πάντα ομαδικά ώστε να τις βοηθήσει να εξελιχθούν, με αποτέλεσμα να γίνουν γνωστές όχι ως απλές μαθήτριες και μετέπειτα συνεργάτριές του, αλλά ως τα «κορίτσια του Φαϊτάκη». Κατά την πρώτη περίοδο της λειτουργίας του εργαστηρίου συμμετείχαν κυρίως τεχνίτριες από το «Ελληνικό σπίτι», την περίφημη βιοτεχνική επαγγελματική σχολή της  Αγγελικής Χατζημιχάλη, ενώ στη συνέχεια μαθήτευσαν κοντά στον Φαϊτάκη και κορίτσια από τις τεχνικές σχολές της Βασιλικής Πρόνοιας στην επαρχία. Οι κλωστές που χρησιμοποιούνταν εισάγονταν από τη Γαλλία και ήταν ως επί το πλείστον μάλλινες, υψηλής ποιότητας και κατάλληλες για ταπισερί. Χρησιμοποιούνταν δύο βασικές τεχνικές ύφανσης, το dégradé και το battase και περίπου 150 διαφορετικά χρώματα.

Ναταλία Μητσιώνη

Ιστορικός-αρχαιολόγος, μεταπτυχιακή φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης



[1] Τσαρούχη Γιάννη, «Η tapisserie και οι ζωγράφοι», Ζυγός, έτος 10, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1965, σ.15.

[2] Δραγούμη Ιώνος, Αισθητικά κείμενα, Αθήνα, 1992, σ. 212

[3] «Woven pictures», The Athenian, Μάιος 1986, σ.24.             

[4] Η Ρένα Ανδρεάδη υπήρξε σημαντική δωρητής του Μουσείου Μπενάκη. Γνωρίστηκε προσωπικά με τον Γιάννη Φαϊτάκη μετά το 1956, όταν ο ίδιος επισκεπτόταν το Μουσείο προκειμένου να μελετήσει τα λαϊκά υφαντά και τα κοπτικά υφάσματα.

 

 

Ναταλία Μητσιώνη

Ιστορικός-αρχαιολόγος, μεταπτυχιακή φοιτήτρια ιστορίας της τέχνης


12|10|2019 - 16|02|2020
Τρ-Τε-Πα-Σα-Κυ 10:00-18:00, Πε 10:00-22:00 Δευτέρα κλειστά
4€ γενική είσοδος. Ισχύουν μειωμένα εισιτήρια και ατέλειες.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Φορέας Χρηµατοδότησης

ΕΣΠΑ 2014-2020

Φορέας ∆ιοργάνωσης

MOMus